κυριαρχικός

κυριαρχικός
η , ό[ν]
1) господствующий; 2) суверенный;

κυριαρχικά δικαιώματα — суверенные права, суверенитет


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κυριαρχικός" в других словарях:

  • κυριαρχικός — ή, ό (AM κυριαρχικός, ή, όν) [κυριαρχία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην κυριαρχία ή στον κυρίαρχο («κυριαρχικά δικαιώματα» τα δικαιώματα κράτους που απορρέουν από την κυριαρχία του). Επιρρ. κυριαρχικώς και ά με δικαίωμα κυριαρχίας …   Dictionary of Greek

  • κυριαρχικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην κυριαρχία ή στον κυρίαρχο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ικός — (ΑΜ ικός) κατάλ. που προήλθε από τον συνδυασμό τού ΙΕ επιθήματος kο με θέματα σε i . Στην Ελληνική ο συνδυασμός αυτός παραμένει ευδιάκριτος σε επίθ. όπως φυσι κό ς (< φύσι ς), μαντι κό ς (< μάντι ς). Το ΙΕ επίθημα * kο υπήρξε παραγωγικότατο …   Dictionary of Greek

  • βιομηχανία — Κάθε εργασία με την οποία μετατρέπεται μια πρώτη ύλη σε είδος χρήσιμο για τον άνθρωπο. Με τον όρο β. δηλώνεται στην οικονομική γλώσσα η δραστηριότητα που αποβλέπει να επαυξήσει την ωφελιμότητα και την αξία των ήδη υπαρχόντων αγαθών με τη… …   Dictionary of Greek

  • κατεξουσιαστικός — κατεξουσιαστικός, ή, όν (Α) [κατεξουσιάζω] αυτός που παρέχει την άσκηση κατεξουσίας*, κυριαρχικός («ῥάβδον ἀρχικὴν καὶ κατεξουσιαστικήν», Κλήμ. Αλ.) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»